Σχετικά με την δοσολογία των αντικαταθλιπτικών και των αντιψυχωτικών

Οι φαρμακογενετικές εξετάσεις στην περίπτωση των αντικαταθλιτπτικών και αντιψυχωτικών φαρμάκων εκτελούν καθήκοντα άγκυρας για την έντονη εξατομίκευση που είναι απαραίτητη στη αποτελεσματική συνταγογράφηση των αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωτικών φαρμάκων. Κύριοι πολυμορφισμοί στα γονίδια των κυτοχρωμάτων που κυρίως είναι υπεύθυνα για τον μεταβολισμό αυτών και πολλών άλλων φαρμάκων, προκαλούν διαφορές στην κλίμακα αποβολής του φαρμάκου που σαν αποτέλεσμα έχουν δραματικές διαφορές στην ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των φαρμάκων αυτών. Οι γιατροί που ενσωματώνουν τις φαρμακογενετικές διαγνωστικές εξετάσεις στις συνήθως αιτούμενες εξετάσεις βρίσκουν αυτό το εργαλείο τόσο πολύτιμο που δεν ξέρουν πως τα κατάφερναν μέχρι σήμερα χωρίς τη γνώση που αυτές προσφέρουν.

Ενδεχόμενες παρενέργειες φαρμάκων

Το ένζυμο CYP2D6 ουσιαστικά μεταβολίζει όλα τα αντικαταθλιπτικά, πολλά εκ των οποίων είναι επίσης ισχυροί αναστολείς του ενζύμου. Η φαρμακογενετική εξέταση των ασθενών για ταυτοποίηση του γενοτύπου των ενζύμων που μεταβολίζουν τα φάρμακα, παρέχει στους γιατρούς άμεση, βαθιά γνώση της δυνατότητας επεξεργασίας των φαρμάκων κάτι που τους επιτρέπει να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της συνταγογραφούμενης φαρμακοθεραπείας. Αυτή η πληροφορία μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα αποτελεσματική όταν υπάρχει ιστορικό ή υπόνοια για πιθανές  παρενέργειες των φαρμάκων.

Εφαρμογές και Οφέλη της φαρμακογενετικής εξέτασης

Ως διαγνωστικό εργαλείο, συμβάλλει στην:

  1. Ανάλυση των παρενεργειών των φαρμάκων που προκαλούν ιατρικές καταστάσεις.
  2. Απόδειξη της ανάγκης για μεγαλύτερη ή μικρότερη δόση ακριβών συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
  3. Κατανόηση ξαφνικών αλλαγών της συμπεριφοράς που πυροδοτούνται από  παρενέργειες φαρμάκων.
  4. Βελτίωση της φαρμακοθεραπείας σε ένα αρχικό στάδιο της θεραπείας περιορίζοντας έτσι τις θεραπευτικές επιλογές σας για τον συγκεκριμένο ασθενή.
  5. Κατανόηση από τους ασθενείς των όποιων δυσκολιών αντιμετωπίζουν στην φαρμακοθεραπεία.

Ως εργαλείο ελέγχου & πρόληψης, είναι αναγκαίο σε:

  1. Σε ασθενείς με ιστορικό θεραπευτικής αποτυχίας αλλά που πρέπει να λάβουν το προβληματικό φάρμακο πάλι.
  2. Σε ασθενείς που είχαν στο παρελθόν παρενέργειες ή σοβαρές επιπτώσεις από συγκεκριμένα φάρμακα.
  3. Σε μέλη οικογενειών των ασθενών που παρουσιάζουν παρενέργειες στη χρήσης συγκεκριμένων φαρμάκων.
  4. Σε περιπτώσεις ταυτόχρονης λήψης πολλών φαρμάκων, ειδικά σε ηλικιωμένα άτομα.
  5. Σε άτομα ή ασθενείς που θέλουν να είναι προετοιμασμένοι σε περιπτώση ανάγκης (όπως π.χ. είναι η ταυτοποίηση της ομάδας αίματος).